Ένα γράμμα που δεν έφτασε ποτέ
Αγάπη μου,
Αν κρατάς αυτό το γράμμα στα χέρια σου, τότε συνέβη ένα μικρό θαύμα. Γιατί όταν το έγραφα, ήξερα πως δεν θα το ταχυδρομούσα ποτέ. Δεν είχα τη δύναμη να διακινδυνεύσω άλλη μια σιωπή, άλλη μια απουσία, άλλο ένα τέλος.
Το κράτησα κλεισμένο σʼ ένα συρτάρι, μαζί με λίγες φωτογραφίες, ένα εισιτήριο που είχα φυλάξει χωρίς λόγο και το άρωμα μιας εποχής που πέρασε χωρίς να ζητήσει την άδειά μας.
Ξέρεις τι πονάει περισσότερο;
Δεν είναι ότι έφυγες.
Είναι ότι κάθε μέρα που πέρασε μετά από σένα, συνέχισα να σου μιλάω χωρίς να είσαι εκεί.
Σου μιλούσα όταν έβλεπα το πρώτο φως της αυγής. Σου μιλούσα όταν έπινα μόνος τον καφέ μου. Σου μιλούσα όταν άκουγα εκείνο το τραγούδι που κάποτε χαμογελούσες και μου έλεγες πως θα είναι «το τραγούδι μας».
Κι όμως, κανείς δεν άκουγε.
Μόνο οι τοίχοι του σπιτιού έμαθαν το όνομά σου καλύτερα κι από μένα.
Δεν σου γράφω για να γυρίσεις.
Οι άνθρωποι δεν επιστρέφουν επειδή το ζητά ένα γράμμα.
Σου γράφω γιατί κάποια αισθήματα δεν πεθαίνουν. Απλώς μαθαίνουν να ζουν μέσα στη σιωπή.
Θυμάμαι ακόμα την τελευταία φορά που σε κοίταξα.
Ήθελα να σου πω χίλια πράγματα.
Να σου πω πως φοβόμουν.
Πως χωρίς εσένα θα γινόταν πιο μεγάλος ο κόσμος και πιο μικρή η ζωή μου.
Πως κάθε «αντίο» είναι ένα μικρό ψέμα, γιατί κανείς δεν αποχαιρετά πραγματικά αυτόν που αγάπησε.
Αλλά σώπασα.
Και από τότε πληρώνω εκείνη τη σιωπή κάθε μέρα.
Άκουσα πως η ζωή συνεχίζεται.
Το λένε όλοι.
Δεν ξέρω αν έχουν δίκιο.
Η ζωή συνεχίζεται, ναι.
Αλλά υπάρχουν άνθρωποι που παίρνουν μαζί τους ένα κομμάτι από τον χρόνο μας.
Κι έτσι προχωράμε ελλιπείς.
Σαν βιβλία που λείπουν οι τελευταίες σελίδες.
Δεν ξέρω αν ήμουν η μεγάλη σου αγάπη.
Ξέρω όμως πως εσύ ήσουν η δική μου.
Δεν βρήκα ποτέ κάποιον να γελάει όπως γελούσες.
Δεν βρήκα μάτια να με ηρεμούν όπως τα δικά σου.
Και όσες φορές προσπάθησα να σε ξεχάσω, η μνήμη στεκόταν απέναντί μου και μου ψιθύριζε πως δεν ξεχνάς εκείνον που έγινε σπίτι για την ψυχή σου.
Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, δεν θα άλλαζα τη μέρα που γνωριστήκαμε.
Θα άλλαζα μόνο τη μέρα που σε άφησα να φύγεις.
Ίσως να σε κρατούσα λίγο πιο σφιχτά.
Ίσως να σου έλεγα πιο καθαρά πόσο σε αγαπούσα.
Ίσως να έκλαιγα μπροστά σου χωρίς να ντρέπομαι.
Γιατί τελικά οι άνθρωποι δεν μετανιώνουν για όσα είπαν.
Μετανιώνουν για όσα άφησαν ανείπωτα.
Κάποτε θα έρθει κι η δική μου τελευταία μέρα.
Δεν τη φοβάμαι.
Με φοβίζει μόνο η σκέψη πως θα φύγω κρατώντας ακόμη μέσα μου λέξεις που είχαν γραφτεί μόνο για σένα.
Αν υπάρχει κάπου μια γωνιά όπου οι ψυχές ξανασυναντιούνται, θα σε αναγνωρίσω αμέσως.
Όχι από το πρόσωπό σου.
Αλλά από την ηρεμία που πάντα έφερνε η παρουσία σου.
Κι εκεί, για πρώτη φορά, δεν θα χρειαστώ χαρτί.
Δεν θα χρειαστώ μελάνι.
Δεν θα χρειαστώ φάκελο.
Θα σου πω όλα όσα δεν πρόλαβε να σου πει αυτό το γράμμα.
Μέχρι τότε...
θα μείνει εδώ.
Διπλωμένο προσεκτικά.
Με τη διεύθυνσή σου γραμμένη απʼ έξω.
Με ένα γραμματόσημο που δεν κόλλησα ποτέ.
Και με μια αγάπη που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της.
Γιατί μερικές φορές δεν χάνονται τα γράμματα.
Χάνονται οι στιγμές.
Και τότε καμία ταχυδρομική διαδρομή δεν μπορεί να τις φέρει πίσω.
SDC*

Εκτύπωση στις 16/09/2026
Από την ιστοσελίδα Ηχολόγιο
echologion.com/el/articles.asp?export=print&tid=323