Δεν μας χαρίστηκε κανείς.
Ούτε οι φίλοι που ορκίζονταν
πως θα σταθούν μαζί μας ως το τέλος,
ούτε εκείνοι που αγάπησαν
για λίγο το πρόσωπό μας
και περισσότερο την ανάγκη τους.
Μόνοι βαδίσαμε στους δρόμους,
με λίγα όνειρα στις τσέπες
και μια σιωπή καλά κρυμμένη.
Κι όταν οι πόρτες έκλειναν,
δεν χτυπούσαμε ξανά·
μαθαίναμε να περιμένουμε
έξω, μέσα στο κρύο.
Δεν μας χαρίστηκε κανείς.
Ό,τι κρατήσαμε δικό μας
το πληρώσαμε ακριβά:
με νύχτες δίχως ύπνο,
με λέξεις που δεν είπαμε,
με αποχωρισμούς
που τους ονομάσαμε πεπρωμένο.
Κάποτε φάνηκαν κι εκείνοι
που μας μιλούσαν για δικαιοσύνη.
Μα όταν έφθασε η ώρα της μοιρασιάς,
κράτησαν για τον εαυτό τους
το φως
και μας άφησαν τη σκιά.
Κι όμως, δεν παραπονούμαστε.
Γιατί στον δρόμο μάθαμε
πως ό,τι δεν σου χαρίζεται
ριζώνει βαθύτερα μέσα σου.
Και η πληγή, όταν σωπαίνει,
γίνεται γνώση.
Τώρα, αν μας βλέπουν όρθιους,
ας μην το πουν τύχη.
Ας θυμηθούν μονάχα
πόσες φορές σωριαστήκαμε
χωρίς κανένα χέρι
να μας σηκώσει.
Δεν μας χαρίστηκε κανείς.
Γι’ αυτό και η ψυχή μας
δεν χρωστά υποκλίσεις.
Μόνο στον χρόνο —
που μας πήρε τόσα πολλά,
μα μας επέστρεψε
τον ίδιο μας τον εαυτό.
@SDC

Εκτύπωση στις 16/09/2026
Από την ιστοσελίδα Ηχολόγιο
echologion.com/el/articles.asp?tid=329