Στους απέραντους χώρους του σύμπαντος, η υπόσχεση ήταν η αόρατη δύναμη που ένωνε τα πάντα. Από τους μικρότερους κόκκους σκόνης που χορεύουν σε μια ηλιαχτίδα, μέχρι τους τεράστιους γαλαξίες που περιστρέφονται σε ένα κοσμικό χορό, η υπόσχεση αυτή ήταν ο αόρατος δεσμός. Ήταν η αρμονία στην φαινομενική αταξία, η τάξη που αναδύεται από το χάος.
Η ψυχή του, άδεια και βαριά, καθρεφτιζόταν στη μελαγχολία της πόλης.
Ένα απόγευμα, καθώς ηλιοβασίλεμα έβαφε τον ουρανό με χρώματα φωτιάς, βρέθηκε πάλι μπροστά από το παράθυρο. Μόνο που αυτή τη φορά, δεν ένιωθε πια άδειος. Η ψυχή του είχε αρχίσει να γεμίζει ξανά με φως, χάρη στην απρόσμενη ζεστασιά μιας άγνωστης κοπέλας που, χωρίς να το γνωρίζει, είχε καταφέρει να επουλώσει πληγές που νόμιζε πως θα μείνουν ανοιχτές για πάντα.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν και αμέσως άναψε μια φλόγα.
Ο Έρωτας χαμογέλασε, αναπολώντας την ανάμνηση. «Φυσικά! Ήμουν εγώ. Ήμουν η δύναμη που τους τράβηξε κοντά, η αίσθηση ότι ο κόσμος σταμάτησε για μια στιγμή. Ήταν η υπόσχεση μιας περιπέτειας, μιας έντονης εμπειρίας.»
Ένα άυλο χέρι τραβάει την πόρτα του υποσυνείδητου, και φιγούρες χωρίς πρόσωπα χορεύουν σε ρυθμούς ακατανόητους
ΨΕΥΤΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ
Η φωνή μιας άγνωστης μελωδίας γεμίζει τον αέρα, και τα πόδια κινούνται από μόνα τους, σε έναν χορό χωρίς τέλος. Το σώμα λυγίζει, λιώνει, μεταμορφώνεται σε ένα ποτάμι από άμμο, που κυλάει μέσα από λαβύρινθους από χαρτί.
Στάθηκε για λίγο μπροστά στη θάλασσα. Άκουγε τα κύματα, ένιωθε τον άνεμο να προσπαθεί να καθαρίσει τις σκέψεις του.
Θυμήθηκε τις στιγμές που είχαν περάσει μαζί, τις σιωπές τους, τις λέξεις που δεν είπαν ποτέ, κι εκείνες που ειπώθηκαν αλλά δεν είχαν νόημα πια. Ένιωθε πως κάθε βήμα του απομακρυνόταν από κάτι που πίστευε δικό του, αλλά τελικά ποτέ δεν ήταν.
Και κάθε βράδυ, το παζάρι γέμιζε με νέες σκιές, καθεμία με τη δική της ιστορία
Από εκείνη τη νύχτα και μετά, το παζάρι των ονείρων άλλαξε. Οι σκιές δεν έψαχναν πια για όνειρα που θα τους έφερναν μόνο χαρά ή δύναμη. Άρχισαν να αναζητούν όνειρα που θα τους έδειχναν την ομορφιά της ζωής, την αγάπη και την ελπίδα.
Ο έρωτάς τους ήταν σαν την Αθήνα, μια πόλη γεμάτη ιστορία, μυστήριο και ομορφιά.
Η συνάντησή τους ήταν σαν σπίθα σε ξερά χόρτα, μια φλόγα που άναψε με μια ματιά. Η Ελένη, με τα χρώματα της ψυχής της, ζωγράφιζε τον έρωτά τους σε καμβάδες που έμοιαζαν με όνειρα.
Ήταν ένα πλάσμα της ρουτίνας. Η κάθε μέρα του ξεκινούσε με την ίδια σιωπηλή συμφωνία:
Ήταν ένα πλάσμα της ρουτίνας. Η κάθε μέρα του ξεκινούσε με την ίδια σιωπηλή συμφωνία: έναν καφέ που έπινε μόνος, μια διαδρομή προς το γραφείο όπου οι λέξεις και οι αριθμοί ήταν οι μόνοι του συνοδοιπόροι, και το βράδυ, η επιστροφή σε ένα άδειο διαμέρισμα.