Άδεια Ψυχή
Η ψυχή του, άδεια και βαριά, καθρεφτιζόταν στη μελαγχολία της πόλης.
31/03/2025

Η βροχή έπεφτε σιωπηλή και ασταμάτητη, καθώς ο Αγγελος στεκόταν μπροστά στο παράθυρο του μικρού διαμερίσματός του, κοιτάζοντας τους δρόμους που έμοιαζαν να βουλιάζουν κάτω από το γκρίζο ουρανό. Η ψυχή του, άδεια και βαριά, καθρεφτιζόταν στη μελαγχολία της πόλης. Είχε περάσει μήνες σε αυτή την κατάσταση, εγκλωβισμένος μέσα σε έναν κύκλο μοναξιάς και θλίψης που έμοιαζε να μην έχει τέλος.
Ο ήχος του τηλεφώνου τον τράβηξε από τις σκέψεις του. Δίστασε πριν απαντήσει. Η φωνή της Μάρθας στην άλλη άκρη ήταν απαλή αλλά γεμάτη ανησυχία.
«Αγγελε, πρέπει να βγεις λίγο έξω. Δεν μπορείς να μένεις κλεισμένος για πάντα.»
Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Ήξερε πως είχε δίκιο, αλλά το να κάνει το πρώτο βήμα φαινόταν αδύνατο. Τελικά ψιθύρισε ένα διστακτικό «θα προσπαθήσω» και έκλεισε το τηλέφωνο.
Λίγο αργότερα, με βήματα αργά και βαριά, βρέθηκε στο δρόμο. Η βροχή είχε σταματήσει, αφήνοντας πίσω της μια υγρή μυρωδιά που ανακάτευε την ψυχή του. Περιπλανήθηκε χωρίς προορισμό, αφήνοντας τα βήματά του να τον οδηγήσουν εκεί που εκείνα ήθελαν.
Χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε μπροστά από ένα μικρό καφέ, φωτισμένο ζεστά, με μια πινακίδα που έγραφε «Ζεστή γωνιά». Ήταν σαν ένα κάλεσμα, μια μικρή αχτίδα φωτός μέσα στο σκοτάδι του. Μπήκε διστακτικά μέσα, κάθισε σε μια γωνιά και παρήγγειλε έναν καφέ.
«Πρώτη φορά εδώ;» ακούστηκε μια ζεστή φωνή. Γύρισε και είδε μια κοπέλα να τον κοιτάζει με ένα χαμόγελο που φαινόταν να ξέρει περισσότερα από όσα έλεγε.
«Ναι...» απάντησε, και χωρίς να το καταλάβει ξεκίνησαν να μιλούν. Η κοπέλα, που την έλεγαν Ελένη, μιλούσε για τη ζωή με έναν τρόπο απλό και ζωντανό που τον έκανε να νιώθει λιγότερο μόνος.
Μέρα με τη μέρα, άρχισε να επισκέπτεται το καφέ πιο συχνά. Η Ελένη ήταν πάντα εκεί, με το ίδιο ζεστό χαμόγελο, τη συζήτηση που πάντα τον έβγαζε από το σκοτάδι που είχε τυλίξει την ψυχή του. Σιγά-σιγά, ένιωθε να ξαναβρίσκει κάτι που είχε χάσει εδώ και καιρό.
Ένα απόγευμα, καθώς ηλιοβασίλεμα έβαφε τον ουρανό με χρώματα φωτιάς, βρέθηκε πάλι μπροστά από το παράθυρο. Μόνο που αυτή τη φορά, δεν ένιωθε πια άδειος. Η ψυχή του είχε αρχίσει να γεμίζει ξανά με φως, χάρη στην απρόσμενη ζεστασιά μιας άγνωστης κοπέλας που, χωρίς να το γνωρίζει, είχε καταφέρει να επουλώσει πληγές που νόμιζε πως θα μείνουν ανοιχτές για πάντα.
Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Η ζωή ίσως να μην ήταν τόσο άδεια, τελικά.